Η πρώτη απαγόρευση εξαγωγής κηροζίνης αεροπορίας που εισήγαγε η κυβέρνηση θα επιτρέψει στην αγορά να αποφύγει τις απρογραμμάτιστες αυξήσεις στο κόστος των καυσίμων. Το εμπάργκο θα ισχύσει έως τα τέλη Νοεμβρίου. Όπως ανέφερε το υπουργικό συμβούλιο, στόχος της απόφασης είναι η διασφάλιση σταθερής κατάστασης στην εγχώρια αγορά. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι αυτό θα προσφέρει επιπλέον περίπου 2 εκατ. τόνους καυσίμου, αλλά δεν θα οδηγήσει σε μείωση του κόστους των αεροπορικών εισιτηρίων. Ταυτόχρονα, το μέτρο θα ψυχράνει τις χονδρικές τιμές στο χρηματιστήριο και οι αεροπορικές εταιρείες θα μπορούν να προμηθεύονται καύσιμα χωρίς τον κίνδυνο απότομης εποχικής αύξησης, και επομένως τα εισιτήρια δεν θα ακριβαίνουν με ταχύτερους ρυθμούς.
Προσωρινή απαγόρευση εξαγωγής κηροζίνης αεροπορίας
Η κυβέρνηση εισήγαγε για πρώτη φορά προσωρινή απαγόρευση εξαγωγής κηροζίνης αεροπορίας, η οποία θα ισχύει έως τις 30 Νοεμβρίου 2026. Στόχος της απόφασης είναι η διασφάλιση σταθερής κατάστασης στην εγχώρια αγορά καυσίμων, ανακοίνωσε η υπηρεσία Τύπου του υπουργικού συμβουλίου.
«Η κυβέρνηση συνεχίζει το έργο της για τη διατήρηση αξιόπιστης και αδιάλειπτης τροφοδοσίας της εγχώριας αγοράς με καύσιμα. Με νέο διάταγμα εισάγεται προσωρινή απαγόρευση εξαγωγής από τη Ρωσία καυσίμου για κινητήρες αεριώθησης, συμπεριλαμβανομένου αυτού που έχει αποκτηθεί μέσω χρηματιστηριακών συναλλαγών. Ο περιορισμός θα ισχύει έως τις 30 Νοεμβρίου 2026 συμπεριλαμβανομένης», αναφέρεται στην ανακοίνωση.
Εξαίρεση αποτελούν οι παρτίδες κηροζίνης αεροπορίας που έχουν υπαχθεί σε τελωνειακές διαδικασίες πριν από την έναρξη ισχύος του διατάγματος, οι προμήθειες στο πλαίσιο διακυβερνητικών συμφωνιών και τα καύσιμα σε τεχνολογικές δεξαμενές που χρησιμοποιούνται από αεροσκάφη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ανέφερε το υπουργικό συμβούλιο.
Επί του παρόντος, στη Ρωσία ισχύει επίσης απαγόρευση εξαγωγής βενζίνης για όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά έως τις 31 Ιουλίου 2026. Μέχρι την ίδια ημερομηνία, για τους μη παραγωγούς διατηρούνται οι περιορισμοί στην εξαγωγή πετρελαίου ντίζελ, ναυτιλιακού καυσίμου και άλλων τύπων ελαφριού πετρελαίου (γκαζόιλ).
Δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για τους όγκους παραγωγής και κατανάλωσης κηροζίνης αεροπορίας στη Ρωσική Ομοσπονδία. Η «Izvestia» απέστειλε ερώτημα στο Υπουργείο Ενέργειας. Σύμφωνα με τα δεδομένα της Υπηρεσίας Ενεργειακών Πληροφοριών (EIA), ο όγκος της ρωσικής αγοράς κηροζίνης αεροπορίας το 2024 ανερχόταν σε 10,01 εκατ. τόνους ετησίως, με παραγωγή 11,6 εκατ. τόνων. Η πλεονάζουσα ποσότητα καυσίμου εξαγόταν στο εξωτερικό.
Σύμφωνα με τον Υπουργό Μεταφορών Αντρέι Νικίτιν, επί του παρόντος δεν υπάρχει έλλειψη κηροζίνης αεροπορίας στη Ρωσία.
— Προς το παρόν δεν υπάρχει καμία έλλειψη. Σε κάθε περίπτωση, σε οποιαδήποτε κατάσταση, βασιζόμαστε στα συμφέροντα των αεροπορικών μας εταιρειών, — δήλωσε.
Σύμφωνα με τη Γενική Διευθύντρια της «Ανεξάρτητης Αναλυτικής Υπηρεσίας του Τομέα Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου» Ταμάρα Σαφόνοβα, παραδοσιακοί καταναλωτές της ρωσικής κηροζίνης αεροπορίας είναι η Κιργιζία, το Τατζικιστάν, το Καζακστάν και η Αρμενία.
— Οι εξαγωγικές προμήθειες εκτός ΕΑΕΕ σταδιακά περιορίζονται λόγω της αύξησης της ζήτησης στην εγχώρια αγορά. Έτσι, τον Απρίλιο του 2026, δεν πραγματοποιήθηκαν προμήθειες κηροζίνης αεροπορίας μέσω θαλάσσιων μεταφορών, — σημείωσε.
Νωρίτερα, στα ΜΜΕ εμφανίστηκαν πληροφορίες ότι ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Αλεξάντερ Νόβακ έδωσε εντολή να επεξεργαστούν ορισμένα ακόμη ζητήματα για τη σταθεροποίηση της εγχώριας αγοράς καυσίμων. Συγκεκριμένα, να διεξαχθούν διαβουλεύσεις με τη Λευκορωσία για την αύξηση των προμηθειών βενζίνης στη Ρωσία, καθώς και να συζητηθεί η δυνατότητα αύξησης των πληρωμών του εισαγωγικού μηχανισμού αποζημίωσης (dempfer), συμπεριλαμβανομένων των λευκορωσικών καυσίμων, με την αντίστοιχη τροποποίηση του Φορολογικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας αναδρομικά – από την 1η Ιουνίου 2026.
Ωστόσο, μια πηγή της «Izvestia» στον κλάδο δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει αυτές τις πληροφορίες. Σύμφωνα με τον ίδιο, επί του παρόντος το Μινσκ πραγματοποιεί ούτως ή άλλως προμήθειες καυσίμων στη ρωσική αγορά, το οποίο παράγεται από ρωσικό πετρέλαιο.
— Επιπλέον, η Ρωσία καταβάλλει τον μηχανισμό αποζημίωσης (dempfer) στους λευκορώσους παραγωγούς, — σημείωσε ο συνομιλητής.
Μια άλλη πηγή της «Izvestia» στον κλάδο θεωρεί ότι, αν πρόκειται για αύξηση των πληρωμών του μηχανισμού αποζημίωσης, είναι απίθανο να συμφωνήσει το Υπουργείο Οικονομικών.
— Τον περασμένο μήνα, για τον μηχανισμό αποζημίωσης καυσίμων καταβλήθηκαν 207 δισεκατομμύρια ρούβλια, έναντι 15 δισεκατομμυρίων που πλήρωσαν οι πετρελαϊκές εταιρείες τον Μάρτιο, — σημείωσε.
Σύμφωνα με την Εθνική Υπηρεσία Τιμών Χρηματιστηρίου (National Commodity Exchange Pricing Agency), στη Ρωσία, στο Χρηματιστήριο της Αγίας Πετρούπολης, την περίοδο από 1 έως 22 Μαΐου, πωλήθηκαν 17.34 χιλ. τόνοι βενζίνης από λευκορωσικά διυλιστήρια. Αυτό είναι 58 φορές περισσότερο από ό,τι την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Δύο λευκορωσικά διυλιστήρια — το Μοζίρ και το Νοβοπόλοτσκ — παράγουν 3–3,5 εκατ. τόνους βενζίνης ετησίως, ενώ η εγχώρια κατανάλωση ανέρχεται έως 1,2 εκατ. τόνους ετησίως.
Σύμφωνα με τη Διευθύνουσα Σύμβουλο της «VMT Consult» Αικατερίνα Κοσάρεβα, η Ρωσία παράγει πάνω από 40 εκατ. τόνους ετησίως, ενώ η κατανάλωση ανέρχεται σε περίπου 38–39 εκατ. τόνους ετησίως.
Γιατί το υπουργικό συμβούλιο προχώρησε στην απαγόρευση εξαγωγής κηροζίνης αεροπορίας
Την περασμένη εβδομάδα, όπως έγραψε η «Izvestia» επικαλούμενη πηγές στον κλάδο, στην κυβέρνηση συζητούνταν η επιβολή απαγόρευσης εξαγωγής τόσο του πετρελαίου ντίζελ όσο και του καυσίμου αεροπορίας. Αυτό το ζήτημα, σύμφωνα με τους συνομιλητές της σύνταξης, τέθηκε σε σύσκεψη υπό τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης Αλεξάντερ Νόβακ.
Λόγω της κλιμάκωσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η ζήτηση και ο ανταγωνισμός για τους ρωσικούς ενεργειακούς πόρους αυξήθηκαν απότομα, σημείωναν οι ειδικοί. Χαρακτήριζαν ένα τέτοιο μέτρο, όπως η απαγόρευση εξαγωγής καυσίμων, εξαιρετικά επίκαιρο λόγω της γενικής κατάστασης στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, καθώς, ως αποτέλεσμα του αποκλεισμού του στενού του Ορμούζ, της αύξησης των τιμών του πετρελαίου, η αγορά πετρελαιοειδών γίνεται εξαιρετικά ελκυστική και κερδοφόρα, και οι ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες έχουν επίσης τον πειρασμό να αυξήσουν τις προμήθειες καυσίμων τους στις εξωτερικές αγορές.
— Για να μην υλοποιηθεί αυτός ο πειρασμός, η κυβέρνηση εισάγει το εμπάργκο, ή τουλάχιστον εξετάζει μια τέτοια δυνατότητα, — σημείωνε ο Αναπληρωτής Καθηγητής του Χρηματοοικονομικού Πανεπιστημίου υπό την Κυβέρνηση Βαλέρι Αντριάνοφ.
Παράλληλα, οι ειδικοί έκλιναν προς το ότι, αν επιβληθεί απαγόρευση εξαγωγής, θα είναι κυρίως στην κηροζίνη αεροπορίας, καθώς η παραγωγή πετρελαίου ντίζελ στη Ρωσία είναι πιο πλεονασματική.
Σύμφωνα με τη Διευθύνουσα Σύμβουλο της εταιρείας «VMT Consult» Αικατερίνα Κοσάρεβα, η Ρωσία παράγει περίπου 80 εκατ. τόνους ντίζελ ετησίως και μόνο το ήμισυ αυτού του όγκου καταναλώνει. Όσον αφορά την κηροζίνη αεροπορίας, παράγεται περίπου 11–12 εκατ. τόνοι, ενώ καταναλώνονται περίπου 10 εκατ. τόνοι.
— Έτσι, η αγορά θα λάβει περίπου 2 εκατ. τόνους πρόσθετων ποσοτήτων αεροπορικού καυσίμου, — τόνισε η Αικατερίνα Κοσάρεβα.
Σύμφωνα με δεδομένα από ανοιχτές πηγές, 2 εκατ. τόνοι κηροζίνης αεροπορίας είναι όγκος που επαρκεί για 18–26 χιλ. πλήρεις ανεφοδιασμούς αεροσκαφών μεγάλων αποστάσεων ή 66–133 χιλ. ανεφοδιασμούς αεροσκαφών στενής ατράκτου (μέσων αποστάσεων) επιβατικών αεροπλάνων. Καθημερινά στη Ρωσία, η πολιτική αεροπορία εκτελεί από 2,1 έως 2,3 χιλ. πτήσεις την ημέρα, δηλαδή αυτός ο όγκος θα επαρκούσε για περίπου δύο έως τρεις μήνες πτήσεων για ολόκληρη τη χώρα.
Σύμφωνα με τον Εκτελεστικό Διευθυντή της κλαδικής υπηρεσίας «AviaPort» Όλεγκ Παντελέεφ, αν θεωρήσουμε τα 2 εκατ. τόνους ως όγκο που δεν μπορεί να διατεθεί προς εξαγωγή λόγω της επιβληθείσας απαγόρευσης, αυτό δεν σημαίνει αυτόματη αύξηση της κατανάλωσής του στην εγχώρια αγορά.
— Σύμφωνα με δηλώσεις του Υπουργείου Μεταφορών και εκπροσώπων του κλάδου, δεν αναμένεται έλλειψη καυσίμων, ωστόσο δεν υπάρχουν λόγοι να προβλεφθεί σημαντική αύξηση του όγκου των εσωτερικών μεταφορών στο τέλος του έτους. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν προϋποθέσεις να θεωρηθεί ότι θα χρειαστεί σημαντικά περισσότερο καύσιμο, — σημείωσε.
Παρόλα αυτά, η ύπαρξη αποθεμάτων αποτελεί παράγοντα στρατηγικής ανθεκτικότητας και είναι απαραίτητη, θεωρεί ο ειδικός. Επίσης, παραμένει ασαφές αν η εκτίμηση των ειδικών για 2 εκατ. τόνους λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες βάσει των οποίων οι προμήθειες καυσίμων στην εξωτερική αγορά μπορεί να συνεχιστούν στο πλαίσιο διακυβερνητικών συμφωνιών.
Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της Ένωσης «Αξιόπιστος Εταίρος» Ντμίτρι Γκούσεφ θεωρεί ότι είναι απαραίτητη μια συστηματική εργασία, η οποία θα λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τους μηχανισμούς αποζημίωσης (dempfer) για τις αεροπορικές εταιρείες.
— Καταρχάς, θα πρέπει να δημιουργηθούν αποθέματα, και δευτερευόντως, να αντισταθμιστούν οι κίνδυνοι τιμών (hedging), ώστε να αποκλειστεί η εμφάνιση ζητημάτων σχετικά με πιθανή έλλειψη κηροζίνης σε συγκεκριμένες περιόδους. Σε αυτό το πλαίσιο, το κλείσιμο των εξαγωγών αεροπορικού καυσίμου αποτελεί προληπτικό μέτρο, με στόχο τον κορεσμό της εγχώριας αγοράς, — σημείωσε ο ειδικός.
Ωστόσο, θεωρεί ότι, γενικά, από τους οικονομικούς φορείς αναμένεται μεγαλύτερη αυτονομία — θα πρέπει να κατανοούν ότι για την αύξηση της κατανάλωσης αεροπορικού καυσίμου είναι απαραίτητο να πραγματοποιούν εκ των προτέρων αγορές και να αντισταθμίζουν τους κινδύνους, χωρίς να μεταθέτουν αυτά τα καθήκοντα στο Υπουργείο Ενέργειας και την κυβέρνηση.
Σύμφωνα με τον Βαλέρι Αντριάνοφ, τα τελευταία χρόνια στη Ρωσία παρατηρούνταν πλεόνασμα κηροζίνης αεροπορίας, δηλαδή παρήχθη περισσότερη (περίπου 11,6 εκατ. τόνοι ετησίως) από όση καταναλώθηκε εντός της χώρας (περίπου 8,5–9 εκατ. τόνοι).
— Παράλληλα, η κατανάλωση χαρακτηρίζεται από υψηλή ανομοιομορφία — αυξάνεται τον Ιούνιο-Αύγουστο, κατά την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών. Αντίστοιχα, εξάγονταν 2–2,5 εκατ. τόνοι ετησίως. Κύριες κατευθύνσεις προμηθειών ήταν οι χώρες της Κεντρικής Ασίας — Καζακστάν, Κιργιζία, Τατζικιστάν, καθώς και η Τουρκία, οι χώρες της Μέσης Ανατολής και της Ασίας, — σημείωσε ο αναλυτής.
Η «Izvestia» απέστειλε ερωτήματα σε όλες τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες και αερομεταφορείς της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Ποια επίδραση θα έχει η απόφαση του υπουργικού συμβουλίου στην αγορά
Σύμφωνα με τα δεδομένα του Χρηματιστηρίου της Αγίας Πετρούπολης, το κόστος του αεροπορικού καυσίμου στις εξωχρηματιστηριακές συναλλαγές από τις αρχές Μαΐου αυξήθηκε κατά 7,14% — από 78.991 ρούβλια ανά 1 τόνο την 1η Μαΐου σε 84.634 ρούβλια στις 31 Μαΐου. Ταυτόχρονα, στις 25 Μαΐου, 1 τόνος κηροζίνης αεροπορίας κόστιζε 96.776 ρούβλια.
Σύμφωνα με τον Γενικό Διευθυντή της Open Oil Market Σεργκέι Τερέσκιν, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης (accise) στην κηροζίνη αεροπορίας παραμένει αμετάβλητος εδώ και σχεδόν 10 χρόνια: από το 2017 ισχύει συντελεστής 2.800 ρούβλια ανά 1 τόνο. Για σύγκριση: ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στη βενζίνη 5ης κατηγορίας αυξήθηκε από 10.130 ρούβλια ανά 1 τόνο το 2017 σε 17.959 ρούβλια ανά 1 τόνο το 2026, και ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στο πετρέλαιο ντίζελ — από 6.800 ρούβλια σε 12.738 ρούβλια αντίστοιχα.
— Η ύπαρξη σταθερού ειδικού φόρου κατανάλωσης θα πρέπει να έχει σταθεροποιητική επίδραση στο κόστος της κηροζίνης αεροπορίας. Ωστόσο, στην πράξη, οι χρηματιστηριακές τιμές τους τελευταίους δύο μήνες αυξήθηκαν από 80 χιλ. σε σχεδόν 100 χιλ. ρούβλια ανά 1 τόνο. Η απαγόρευση εξαγωγών, ίσως, επιβραδύνει την αύξηση του κόστους, αλλά οι τιμές δεν θα επιστρέψουν σύντομα στα προηγούμενα επίπεδα, — τόνισε ο ειδικός.
Σύμφωνα με τον Βαλέρι Αντριάνοφ, η απαγόρευση εξαγωγών θα ασφαλίσει τους κινδύνους εμφάνισης έλλειψης κηροζίνης αεροπορίας στη χώρα. Η παραίτηση από τις εξαγωγές θα επιτρέψει τη δημιουργία αποθεμάτων για την κορύφωση της καλοκαιρινής ναυσιπλοΐας, θεωρεί ο συνομιλητής της «Izvestia».
Πηγή της σύνταξης στον κλάδο ανέφερε ότι επί του παρόντος το μερίδιο των καυσίμων στην τιμή του αεροπορικού εισιτηρίου είναι μια μη σταθερή αξία, «κυμαίνεται έντονα ανάλογα με την τιμή της κηροζίνης».
Σύμφωνα με τον ίδιο, ανέρχεται «κατά προσέγγιση στο 25–30% του κόστους του εισιτηρίου, αλλά μπορεί να είναι χαμηλότερη όταν οι τιμές πέφτουν και υψηλότερη όταν αυξάνονται απότομα».
— Όσον αφορά τις τιμές των εισιτηρίων, το εμπάργκο στις εξαγωγές κηροζίνης αεροπορίας δεν θα οδηγήσει σε μείωσή τους. Στο κόστος τους ασκούν πίεση άλλοι παράγοντες: η αύξηση του κόστους συντήρησης και επισκευής αεροσκαφών υπό συνθήκες κυρώσεων, η έλλειψη ανταλλακτικών και ο γενικός πληθωρισμός. Ωστόσο, ταυτόχρονα, το εμπάργκο θα επιτρέψει να αποφευχθεί η απότομη αύξηση της τιμής τους, η οποία θα μπορούσε να συμβεί σε περίπτωση οξείας έλλειψης κηροζίνης στην εγχώρια αγορά, — δήλωσε ο Βαλέρι Αντριάνοφ.
Κατά τη γνώμη του, η απαγόρευση εξαγωγών, πιθανότατα, θα ψυχράνει τις χονδρικές τιμές στο Χρηματιστήριο της Αγίας Πετρούπολης και οι αεροπορικές εταιρείες θα μπορούν να προμηθεύονται καύσιμα χωρίς τον κίνδυνο απότομης εποχικής αύξησης του κόστους. Και, επομένως, τα εισιτήρια δεν θα ακριβαίνουν με ταχύτερους ρυθμούς. Παράλληλα, η εγχώρια κατανάλωση δεν θα αυξηθεί σε φυσικούς όγκους, αλλά η αγορά θα είναι εγγυημένα ασφαλισμένη έναντι της έλλειψης.
Πηγή: Izvestia